Στο Γεντί
Ο Χριστός θα είναι πάντα με τον αδύναμο και τον αδικημένο. Αυτό γεννάει μια βαθειά ενοχή στην κάθε μορφή εξουσίας, από την εξουσία του κράτους, στην εξουσία του πλούτου, από την εξουσία του δασκάλου ακόμα και σε αυτήν του γονέα. Κάνουμε ατελείωτα τερτίπια για να ανακουφίσουμε το αδύνατο: Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν (δεν γίνεται να δουλεύει κάποιος για δύο κυρίους). Κι είναι η αλήθεια γυμνή πως για να αγαπήσουμε έχουμε να ξε-σιχαθούμε τον αδελφό τον ελάχιστο, το περιθώριο και τον παρακατιανό. Έχουμε να ξε-σιχαθούμε την αηδία μας για το πιο χωμάτινο κομμάτι του εαυτού μας.
Έχουμε να ξεράσουμε την υπεροψία της κοινωνικής διαπόμπευσης του πεσμένου και του νεκρού, να πάψουμε την ανακούφιση της ενοχής μας γιατί ο άλλος ήταν λίγος για να αγαπηθεί από την δική μας σημαντικότερη ύπαρξη και «αγάπη»!
(Σκέφτομαι την ανακούφιση και την δικαίωση που βγάζουν οι δημόσιες κραυγές για το αν ήταν «ναρκομανής» ένας εικοσάχρονος νεκρός οδηγός σε τροχαίο, λες και αλλάζει ο τρόμος ότι ο θάνατος βασανιστικά κυριαρχεί στα social media και τις ειδήσεις, ώρες ώρες πείθει ότι του ανήκει αυτός ο κόσμος και τα νέα παιδιά είναι η τροφή του).
Σήμερα, μέσα στα συγκλονιστικά βιώματα που γευτήκαμε στα πλαίσια μιας κοινότητας αναστοχασμού ειδικών ψυχικής υγείας, περάσαμε σαν επισκέπτες – προσκυνητές το κατώφλι των φυλακών του «Γεντί Κουλέ», συνδυάζοντας την ιστορική ξενάγηση, με το διαγενεακό τραύμα.
Θέλει υπέρβαση και θυσία της φανταστικής ζωής μας για να πάμε παρακάτω, η εισαγγελέας που κλείνει ένα κολαστήριο (το Γεντί Κουλέ έκλεισε το 1989), οι συγγενείς που τολμάμε να ανατριχιάσουμε από το μαρτύριο κάποιου στις ρίζες, οι «ειδικοί» που τολμάμε να ψηλαφούμε τον ανθρώπινο πόνο.
Ένας φίλος μου μοιράστηκε την σκέψη του Καστοριάδη, πως μόνο όταν ο γέρο Πρίαμος άφησε το παλάτι του για να ζητήσει το κουφάρι του γιου του από τον αφηνιασμένο Αχιλλέα, μόνο όταν έβγαλε τα ρούχα τα βασιλικά και ντύθηκε τα ρούχα του ζητιάνου, μόνο όταν αντί για το πρωτόκολλο έβαλε χώμα και ακαθαρσίες στο δέρμα του για να περάσει από τους φύλακες και την προστασία του παντοδύναμου φονιά του παιδιού του, μόνο τότε λέει, μαζί με τον Όμηρο προχώρησε και η ελληνική φιλοσοφία. Τότε κατάφερε να δει ο ένας τον άλλον ίσο, άνθρωπο δηλαδή. Αναρρωτιέμαι πότε ήταν πατέρας, στα πλούτη ή στα βάσανα, στο παλάτι ή στις λάσπες έξω από την σκηνή του εχθρού του;
Εις μνήμη Ιωάννη Ασλανίδη του έγκλειστου.
Ενός παιδιού που βασανίστηκε σε εποχές που η εφηβεία και η εγκατάλειψη, η φτώχεια και η βία, δεν επέτρεπαν καμία ουσιαστική παρέμβαση, εκεί στα δυτικά της πόλης και το δικό του μαρτύριο έγινε μια κεντρική αφορμή στην δική μου παιδοψυχιατρική επιθυμία: Να του κλέβουμε του θανάτου από το στόμα του έστω και ένα παιδί!
Μετά το Σαββατόβραδο ξημερώνει πάντα Κυριακή,
Αλέξης Λάππας

