Το βλέμμα του Σταυρωμένου

Αφού είπαμε το «δόξα τω Θεώ» ότι τελείωσε η πρώτη μας αποστολή στο μαχαλά, γύρισε η κοινωνική λειτουργός και μας κοίταξε με βλέμμα υποστηρικτικό που έδειχνε πως αναζητούσε κάτι ακόμα. Να ήταν που κερδήθηκε η πρώτη εμπιστοσύνη ή να ήταν που ήδη είμαστε στα μισά του πρώτου Γολγοθά και που δεν ήθελε να φορτώσει κι άλλο βάρος στην πλάτη των ξένων συνεργατών της; Ήταν λέει κάτι ακόμα που δεν τολμούσε να μας ζητήσει. Τι μπορεί άλλο πιο δύσκολο ή σκοτεινό να κρυβόταν αυτήν την συννεφιασμένη μέρα, που είχε ήδη ροκανίσει από νωρίς το πρωί μια σχοινοβασία ιδιότυπης διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε παράγκες και χαμόσπιτα, στην άκρη της πόλης, βλέμματα παιδιών στερημένα την κανονικότητα της παχύσαρκης καθημερινότητας του «καθώς πρέπει» κόσμου, το αποχωρητήριο της καλής κοινωνίας· μια ειδοποίηση από την Ιντερπόλ για την αγοραπωλησία μιας ανήλικης νύφης, σπίτια μπουρδέλα ανήλικου σεξ και ένα σύμπαν σε βαθιά διαγενεακή καχυποψία για οτιδήποτε θεσμικά λειτουργικό. Κι όμως, παντρεμένη η επιστημονική παρέμβαση με την τρέλα μιας αυτοθυσιαστικής συναισθηματικής διαθεσιμότητας κάποιων κοινωνικών λειτουργών και ένας εισαγγελέας ανηλίκων που η εμπειρία του και η αγάπη για τα παιδιά όχι σε έναν, αλλά σε πολλούς νομούς που υπηρέτησε, φέρανε για μια φορά ακόμα μια κάποια ανθρώπινη λύση: να βγούνε μερικά από τα κακοποιημένα παιδιά από τον φαύλο κύκλο της αδιέξοδης παραμέλησης χωρίς να πέσει σφαίρα, χωρίς βία.
«Έχει και χειρότερα;» αναρωτήθηκε η ορθότητα της λογικής, προσπαθώντας να κανονικοποιήσει το βίωμα. Πίσω από τον μαχαλά ξεκινούσε ένας σκουπιδότοπος μέχρι το υγρό ρέμα που έφερνε από την πόλη κι άλλη δυσωδία. Αφήσαμε το αυτοκίνητο και βαδίσαμε οι τρεις μας προς τον όχθο του ρέματος. Και εκεί ανάμεσα στα σκουπίδια ξεχώριζε ένα παράπηγμα. Πίσω από την πίσω γωνιά της πόλης κατοικούν οι άνθρωποι που δεν έχουν κανένα δικαίωμα. Αχαρτογράφητες υπάρξεις χωρίς δικαιώματα για οποιαδήποτε ταυτότητα, χωρίς πρόσβαση σε καμία υπηρεσία ή ΜΚΟ. Η υπόνοια πόρτας κουνήθηκε και ένα νεαρό ζευγάρι εμφανίστηκε. Σκιές ανθρώπων, ισχνές, χαλούσαν το λερί της ανθρώπινης χωματερής με την εικόνα τους: στη φούστα της μάνας του πιασμένο ένα αγοράκι προσχολικής ηλικίας, μια οικογένεια. Οι γονείς, στα μισά της δικής μου ηλικίας, μοιάζανε στωικοί, κοιτούσαν με ευθύ βλέμμα το βλέμμα μας. Η μάνα εξέταζε τη δική μας παρουσία χωρίς αγωνία. Η ανθρώπινη λειτουργός είχε κάνει την προεργασία. Έχοντας δύο ανθρώπους στη διάθεσή της που περάσανε τον μαχαλά, μας ζήτησε να επισκεφτούμε την οικογένεια αυτή που οι αρουραίοι και τα ποντίκια είχαν αρχίσει να επιτίθενται το τρυφερό δέρμα του παιδιού. Δύσκολο να κουβαλάς μονάχος την εμπειρία μιας κόλασης.
Θυμάμαι την προσπάθεια να παραμένουμε σε διαρκή επαφή με τους ανθρώπους, να μην αποσχιστεί η ανάγκη μας για κανονικότητα από τον ανθρώπινο πόνο. Άγνωστη η γλώσσα τους και η καταγωγή ακαθόριστη, μόνο τα βλέμματα χτίζουν τη σχέση. Η μακροχρόνια συνεργασία με τον συνάδελφό μου επιτρέπει την φιλοξενία στη σχέση μας του διαλόγου των ανθρώπινων υπάρξεων πάνω από τα φράγματα της λογικής. «Stay in the metaphor» επαναλαμβάνει η εσωτερική μου φωνή, μάθημα πρώτο και ανεξίτηλο από τα χρόνια των Αγγλικών γκέτο και της θεραπείας κακοποιημένων παιδιών στον αγγλικό νότο, ανακατεμένα με το «Κύριε Ελέησον» της ανθρώπινης απόγνωσης. Τα βουρκωμένα μάτια κοιτάζουν, καταγράφουν, αποδέχονται, προτείνουν, ψάχνουν, σέβονται. Τα ίχνη στα χεράκια και τα ποδαράκια του μικρού αγοριού ανίχνευση μιας ακόμα ανείπωτης ιστορίας, καθώς ο μικρός άνθρωπος παρακολουθεί επιφυλακτικά τον γιατρό που γονάτισε μπροστά του. Κάτι μοιάζει να κερδήθηκε και η μάνα πιάνει το χέρι μου καθώς παραμερίζει το πορτάκι, μπαίνουμε μέσα! Στο ημίφως της πάμφτωχης ανέχειας, ένα νοικοκυριό ένα τετραγωνικό μέτρο, «πώς χωράνε εδώ μέσα άνθρωποι»… Και στη γωνιά η φάτνη! Ένα βρέφος φασκιωμένο! Πόσο νέο να είναι άραγε στον κόσμο μας; Το ζευγάρι κοιτάζονται σαν να συνεννοούνται. Το κλίμα είναι μυστηριακό. Η μάνα σκύβει και παίρνει το βρέφος. Γυρίζει προς το μέρος μου και το εναποθέτει στην αγκαλιά μου! Αυτό ασφαλές με εξετάζει, αθώο οποιασδήποτε πραγματικότητας. Τα μάτια έχουν γλυκύτητα. Στις πιο άθλιες συνθήκες πώς λειτουργεί η μητρότητα, πώς γουργουρίζει αναπαυμένο στην αγκαλιά μου; Η μάνα πιέζει απαλά το χέρι μου σαν να ενισχύει την αγκαλιά. Αυτό το ανεπαίσθητο σκούντημα προς την έξοδο είναι το μήνυμα, μένουμε αποσβολωμένοι. Η κοινωνική λειτουργός μαζεύει πρώτη την λογική της. Είναι μια αναπάντεχη εξέλιξη. Η επίσκεψη δεν είχε τέτοιο σκοπό. Η ασφάλεια που ένιωσαν οι γονείς μοιάζει μια πράξη διάσωσης για το παιδί τους: «θέλουν να το πάρετε μαζί σας». Στα αφτιά μου ανεβαίνει ένα βουητό. Τα χέρια μου νιώθουν ότι σηκώνουν μολύβι βαρύ. Κοιταζόμαστε οι τρεις μας. Μοιάζει αιωνιότητα…
Σε ένα κράτος η θεσμική λειτουργία είναι η μόνη μας ελπίδα να υπάρξει κοινωνία, δηλαδή να κάνουμε χωριό μεταξύ μας, εξασφαλίζοντας μια υποφερτή συνύπαρξη. Η λειτουργία αυτή παραμένει ωστόσο ανθρώπινη, με τα όρια της. Ο τρόπος που ενσωματώνεται η κοινωνική πραγματικότητα στους νόμους και στην εφαρμογή τους, υπόκειται στην ανθρώπινη δεξιότητα της δοσμένης ευφυΐας, της δοσμένης πρόσβασης στην επιστημονική πληροφορία, της συναισθηματικής κατανόησης των σχέσεων ή της ύπαρξης ή μη- ενσυναίσθησης. Η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να υπερβεί τον εαυτό της αν δεν επιθυμεί όντως να αφουγκραστεί την ανθρώπινη ύπαρξη πάνω από τα θεωρητικά μοντέλα που κατανοεί. Κανένας άνθρωπος σε οποιοδήποτε θώκο και ρόλο δεν είναι απαλλαγμένος από την ιδεολογία που «τρέχει» στο λογισμικό του, αλλά κυρίως από την αλήθεια που ζει μυστικά μέσα του: αν δηλαδή η καρδιά του διψά για τη διατήρηση της θέσης του, αν επιθυμεί το αφροδισιακό της εξουσίας, αν το μόνο που του δίνει ασφάλεια είναι η χρηματική απολαβή, αν ποθεί την υστεροφημία και αν τρέμει το πολιτικό κόστος. Αυτό το ζύγισμα είναι ίδιο για τον κάτοχο της εξουσίας, τον δημόσιο λειτουργό σε οποιονδήποτε φορέα, δικαστικό, αστυνομικό, υγειονομικό. Κι όσο κι αν βολεύει να κοιτάμε απέναντι τον άλλον ως πιο υπεύθυνο από εμάς, είναι το ίδιο το ζύγισμα στον γονιό που έχει εξουσία πάνω στα παιδιά του, στον σύντροφο που έχει τον έλεγχο στον εραστή του, στον φίλο που είναι απαραίτητος για την παρέα του φίλου του.
Έχω φίλους που καταναλώνονται σε κομματικούς μηχανισμούς. Έχω φίλους που εξαντλούν τον εαυτό τους σε μια αγχωμένη καθημερινότητα τακτοποίησης και εξασφάλισης των δικών τους παιδιών και εγγονιών. Έχω φίλους που τρέφουν την πίστη τους με την επιτήρηση μιας θρησκευτικότητας που μετράει την αγιότητα στην διατήρηση απο-ανθρωπισμένων κανόνων μιας τιμωρητικής ελεγκτικότητας, που ονειρεύονται τον εαυτό τους σε έναν Παράδεισο μόνους τους, και όλους τους άλλους σε βασανιστικές κολάσεις. Έχω φίλους και γνωστούς που κουρασμένοι από τον συντηρητισμό και την ανθρωποφαγία του κλειστού τους περιβάλλοντος, απεχθάνονται κάθε τι πνευματικό. Έχω φίλους και γνωστούς που στον αγώνα για την αυτοπραγμάτωσή τους, στον αγώνα με το παιδικό τους τραύμα ή στον αγώνα του ρατσισμού που λάβανε, σιχαίνονται και υποτιμούν οτιδήποτε αναφέρεται σε κάτι υπερφυσικό ή υπαρξιακά παράλογο στην λεπτή φλούδα της λογικής τους. Έχω φίλους που τους έχω κρίνει και κατακρίνει ατελείωτα στο αναλυτικό μου μυαλό για την ιδιωτικότητα της ζωής τους και το κοντόφθαλμο των «πιστεύω» τους.
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, με το που περνά η Ανάσταση του Χριστού, μένω με το βάρος μιας φάτνης που φιλοξενούσε τον αθώο Σταυρωμένο, το βλέμμα του με κοιτά προσμένοντας μια Ανάσταση που δεν συνέβη στην δική μου βάρδια. Γιατί εκείνο το σούρουπο φύγαμε χωρίς το βρέφος που πήρα στην αγκαλιά μου. Έχοντας να επιστρέψουμε κι άλλες φορές στον μαχαλά για την παρακινδυνευμένη αποστολή μας, φάνταζε αδύνατο να ρισκάρουμε την απομάκρυνση ενός βρέφους χωρίς χαρτιά με δική μας χρέωση. Υπάρχει ο κόσμος όπως θα θέλαμε να λέμε ότι υπάρχει. Είναι ανθρώπινη ανάγκη να φάμε και να πιούμε για λίγο έστω ξέγνοιαστα. Υπάρχει και η αλήθεια για αυτόν τον κόσμο που όλοι μας λίγο πολύ σιχαινόμαστε.
Θα παραμένει ο Χριστός κριτήριο μαζί με όλους τους πριν από Αυτόν και μετά από Αυτόν αυτοθυσιαστικούς ανθρώπους, που ο νόμος της Αγάπης νίκησε τον ανθρώπινο νόμο σε χρέωση του εαυτού τους και όχι του άλλου, που πληρώσανε το τίμημα με αντάλλαγμα την δική τους ζωή και όχι με αντάλλαγμα οποιαδήποτε προσμονή για όφελος, ανεξάρτητα εποχής, θρησκείας ή φύλου. Κάποιοι από εμάς έχουμε το θράσος να πιστεύουμε ότι μας εμπνέει ένας τέτοιος Θεός στις υπερφυσικές μας αναζητήσεις, προσπαθώντας ταυτόχρονα να τον χωρέσουμε στην ανθρωπινότητα των παθών μας, περιορίζοντας την Ελευθερία που υπερασπίστηκε.
Ανήμερα του Πάσχα, ο θεολόγος πατέρας μου έπιασε μια συζήτηση με την εγγόνα του που σπουδάζει το θέατρο. Στο αγαπημένο του τροπάριο από την Αποκαθήλωση (το κατέβασμα του νεκρού Ιησού από τον Σταυρό) στο Ἰδιόμελον σε ήχο πλ. α’ «Σὲ τὸν ἀναβαλλόμενον, τὸ φῶς», ο υμνωδός γράφει τους τρομακτικούς στίχους: «θεωρήσας νεκρὸν γυμνὸν ἄταφον».
Η απόλυτη προσβολή της ανθρώπινης ύπαρξης είναι να είναι νεκρή, παύει να έχει ζωή, το σώμα λέγεται κουφάρι, άδειο δηλαδή από αυτό που αξίζει, από την βασική ιδιότητα του οργανισμού που λειτουργεί, τρώει, πίνει και αγαπά!
Γυμνός: προσβάλλοντας οποιαδήποτε ιδιότητα, ταυτότητα και αυτοπροστασία αποκτήθηκε στη ζωή. Το «ξεβράκωμα» ως η απόλυτη απειλή των κεκτημένων! Ο τρόμος του «καθώς πρέπει» αλλά και του «κανονικού». Το απόλυτο ξεμπρόστιασμα. Δύσκολο να σεβαστείς και να νιώσεις ίσος κάποιον ρακένδυτο, πόσο μάλλον κάποιον ξεφτιλισμένα γυμνό!
Άταφος! Χωρίς καμία προϋπόθεση ανθρώπινης αξιοπρέπειας ούτε μετά τον θάνατο.
Και ναι η αναφορά του ύμνου ανάγει στην τραγικότητα της Αντιγόνης, αυτό έφτιαχναν οι πρόγονοί μας. Ψάχνανε την ΟΥΣΙΑ και όχι την φορεσιά. Για αυτούς τους φιλόσοφους και χορτάτους από τα πάθη και τους έρωτες, η ουσία κρύβονταν στο να μην μείνει κανένας απέξω. Σκεφτείτε μια αγκαλιά που αγκαλιάζει το πιο «τιποτένιο» πλάσμα. Σε μια τέτοια αγκαλιά δεν χωράνε οι τακτοποιημένοι αλλά ανάποδα οι ατακτοποίητοι αυτού του κόσμου. Η Αντιγόνη θάβει τον νεκρό γυμνό και δια του νόμου άταφο αδερφό της, παρά τις απειλές του Κρέοντα της εκάστοτε εξουσίας. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος δεν αντέχουν αυτό που βλέπουνε στον Εσταυρωμένο και γίνονται οι συνεχιστές μιας παράδοσης παράλογης που ρίζες έχει στην καρδιά που μας δόθηκε ως έλλογα όντα!
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, με το που περνά η Ανάσταση του Χριστού, μένω με το βάρος μιας φάτνης που φιλοξενούσε τον αθώο Σταυρωμένο, να συλλογιέμαι πόσα φορέματα περιμένει η Αγάπη να βγουν από πάνω μου, να μπορέσει η δική μου χαρά να είναι και χαρά του φασκιωμένου βρέφους, στους σκουπιδότοπους και τα ρέματα που κρύβουν οι πόλεις της καλοζωίας μας.
Καλή μας μετάνοια και τούτο το Πάσχα!
Αλέξης Λάππας
Ανάσταση 2026
(Λεπτομέρεια της Εικόνας με θέμα την Άκρα Ταπείνωση, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης από το 1400 μ.Χ.)
